Πώς τα «γυμνά» από κουρτίνες παράθυρα έχουν μετατραπεί σε σύμβολα πλούτου

0
34

Πριν ένα διάστημα, ένα άρθρο του Atlantic αναρωτιόταν «γιατί οι πλούσιοι δεν καλύπτουν τα παράθυρά τους». Τι φάση με αυτή την τάση; Είναι μέθοδος οπτικοποίησης του status ή απλώς μια στροφή στον μινιμαλισμό;

Το υποσυνείδητο δουλεύει κάπως αλλοπρόσαλλα. Δοσμένο αυτό. Τον τελευταίο μήνα γίνονται κάποιες εργασίες στο σπίτι μου. Απόρροια αυτών των μαστορεμάτων και τον αναπόφευκτων αλλαγών τους είναι η απομάκρυνση κουρτινόξυλων και κουρτίνων, αφήνοντας από τη ρύθμιση του φυσικού φωτισμού ως το αίσθημα ιδιωτικότητας στον χώρο μου στην υποτιμημένα χρήσιμη ύπαρξη μιας τέντας στο μπαλκόνι. Η εικόνα των γυμνών παράθυρών μου μού φάνηκε ενδιαφέρουσα. Σκέφτηκα σοβαρά πως θα μπορούσα να μην επαναφέρω το concept κουρτίνες στον χώρο. Και αν με βλέπουν από απέναντι διαμερίσματα το βράδυ; Αυτό θα σήμαινε πράγματα για εκείνους, όχι για εμένα. Τις προάλλες ένα κείμενο του Atlantic αναφερόταν στα «γυμνά παράθυρα» ως μια νέα τάση που επεκτείνεται μεταξύ των σπιτιών των πλουσίων. Όσο για εμένα; Εγώ δεν είμαι πλούσια. Είμαι απλώς θύμα των media και του υποσυνειδήτου μου, το οποίο ακόμα δεν έχει βρεθεί τρόπος να διαχειριστώ σαν το desktop του λάπτοπ μου: preview, move, delete.

Οι New York Times αναφέρονται στα παράθυρα χωρίς κουρτίνες στο Brooklyn Heights, περιγράφοντάς τα ως «εθνολογικά διοράματα» των λευκών και των ηλικιωμένων κατοίκων του West Village. Ο Guardian τα έχει βρει στα αρχοντικά διαμερίσματα του Δυτικού Λονδίνου και το TikTok τα έχει μετατρέψει σε viral περιεχόμενο. Τα hashtags #NakedWindows και #staresinrichpeoplewindowsnyc είναι από τα πιο δημοφιλή στο Μανχάταν, συγκεντρώνοντας τους TikTokers που βγαίνουν στους δρόμους με ειλικρινές ανθρωπολογικό ενδιαφέρον κατασκοπεύοντας, μέσα από τα γυμνά από κουρτίνες παράθυρα τη ζωή των πλούσιων γειτόνων τους, προκειμένου, όπως λένε, να αντιγράψουν τη διακοσμητική τους δεινότητα. Σε ορισμένα βίντεο, οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες, χαμογελαστοί και περήφανοι, εμφανίζονται μέσα από τα γυμνά τζάμια τους. Άνετοι. Casually κατασκοπευόμενοι.

 

Τα παράθυρα χωρίς κουρτίνες επιτρέπουν στους περαστικούς να βλέπουν ανοιχτούς χώρους με διάσπαρτα ακριβά κομμάτια. Οι γείτονές τους θα το αποκαλούσαν σίγουρα «επίδειξη». Με το τυπικό βλέμμα κάποιου που «προκαλείται». Πολυτελή πιάνα, ένας σκύλος του Jeff Koons, καναπέδες Togo, τεράστιες νησίδες που χωρίζουν την κουζίνα από το καθιστικό, φτιαγμένοι από συμπαγές μάρμαρο φυσικά και ένας ασημένιος πολυέλαιος που στο σπίτι εκείνου που «κατασκοπεύει» δεν θα έβγαζε και τόσο νόημα. Μόνο μια περσική γάτα θα ολοκλήρωνε άψογα το σκηνικό.

Αν μια σειρά μάς σύστησε στη ζωή χωρίς κουρτίνες, είναι εκείνη που μάς έμαθε πόσο σίγουρα ήσυχος είναι ο βαθύς πλούτος: το Succession. H πολυτελής σοφίτα της Shiv Roy με τα 35 παράθυρα, το πολυτελές ρετιρέ του Kendall με θέα στο Μανχάταν, που δεν κόβεται ποτέ ούτε από μισή υπόνοια υφάσματος κουρτίνας.

Η τάση έχει θεωρητικοποιηθεί με διάφορους τρόπους ανά τα χρόνια. Ναι, ξέχασα να αναφέρω πως δεν πρόκειται για κάτι τόσο καινούργιο. Ο καλβινισμός, λοιπόν, θέλει μια «καλή οικογένεια» να μην έχει τίποτα να κρύψει. Υπό αυτή την έννοια, ακόμα και μια κουρτίνα θα ήταν εξαιρετικά ύποπτη. Μια άλλη εξήγηση είναι ίσως ο μινιμαλισμός. Και το κυνήγι του φυσικού φωτός, σε καθαρούς χώρους, που προάγουν την ηρεμία και την αρμονία. Μια άλλη εξήγηση είναι το exhibitionism. Η επιδειξιομανία και η κρυφή ανάγκη για show off του πλούτου του πλούτου του. Σύμφωνα με τους παρατηρητές αυτού του φαινομένου η σιωπηλή πολυτέλεια κυριαρχεί στον κόσμο και όπως ακριβώς και στη μόδα, λειτουργεί μέσω κωδικοποιημένης γλώσσας, η οποία μόνο προφανής δεν είναι και μόνο λίγοι μπορούν να τη «σπάσουν».

GettyImages 1262599628

Το 2023, μια μελέτη του U.S. Department of Energy είχε ήδη συνδέσει τον οικογενειακό πλούτο με την απόφαση να ζει κανείς με γυμνά παράθυρα. Σύμφωνα με την έκθεση, οι κάτοικοι των ΗΠΑ που έβγαζαν περισσότερα από 150.000 δολάρια τον χρόνο είχαν δυο φορές περισσότερες πιθανότητες να ζουν χωρίς κουρτίνες από εκείνους που έβγαζαν από 20.000 έως 29.000 δολάρια.

«Δεν ξέρω αν τα γυμνά παράθυρα είναι παγκόσμια τάση, αλλά είναι στη Νέα Υόρκη όπου ζω», λέει στην EL PAÍS ο Daniel Jütter, συγγραφέας του βιβλίου Transparency: The Material History of an Idea και καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. «Οι Ολλανδοί έχουν μετατρέψει τα ακάλυπτα παράθυρά τους σε εθνικό θρύλο, αν και νομίζω ότι αυτό έχει να κάνει με ένα φαινόμενο του 20ου αιώνα που έχει αποδοθεί στην προτεσταντική κληρονομιά. Προσωπικά, είμαι επιφυλακτικός όσον αφορά αυτή τη θεωρία, καθώς στην πλειονότητα των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, τα παράθυρα χωρίς κουρτίνες αποτελούν μέρος, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, της λογικής της οπτικοποίησης του status».

Από την άλλη, ο Nicholas Korody, συγγραφέας του Uses of Decorating, προτείνει μια άλλη ανάγνωση: «Σήμερα, σε γενικές γραμμές, οι υπερπλούσιοι κρύβουν τον πλούτο τους, ενώ οι αστικές τάξεις ή όσοι επιθυμούν να είναι σε αυτές, αναλαμβάνουν μια επιδεικτική κατανάλωση μέσω των social media. Αν όντως υπάρχει μια επιτελεστική διάσταση στην έλλειψη κουρτινών, θα πρέπει να αντιστρέψουμε την ανάγνωση της λειτουργίας της, επειδή το παράθυρο έχει γίνει αναχρονιστικό ως μηχανισμός που οριοθετεί το ιδιωτικό από το δημόσιο, η πανταχού παρούσα ύπαρξη καμερών έχει καταρρίψει την ιδέα αυτή», αναφέρει. Για τη Francesca Sapey του studio Teresa Sapey + Partners, η όλη τάση αποδίδεται «στην ψηφιοποίηση της ζωής, η οποία εκθέτει τόσα πολλά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αμβλύνει τους φραγμούς μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού και μάς κάνει να θέλουμε διαφανείς, ανοιχτές κατοικίες όπου οι χώροι δεν είναι πλέον τόσο καθορισμένοι».

05f53dc514df3c8cd16d54becb5457023c1ab1bf 2000x2000

Είμαι αρκετά active στα social media, όμως τα τελευταία βράδια, πιάνω τον εαυτό μου να νιώθει μια αμηχανία. Γδύνομαι στο μπάνιο τις περισσότερες φορές, όπως θα έκανα αν μοιραζόμουν ένα δωμάτιο ξενοδοχείου με κάποιον που δεν ξέρω και τόσο καλά. Οι καθημερινές κινήσεις μου, οι αυτοματισμοί και όλο το άκομψο show της «ζωής στο σπίτι» έχουν χάσει τον αυθορμητισμό και την αθωότητά τους. Έχει αρχίσει να εξαφανίζεται η λύτρωση του «επιτέλους μόνη». Μέσα στην ανθρωπίλα και τη γελοιότητα της ύπαρξής μου. Είναι στ’αλήθεια κανείς μόνος όταν δεν έχει κουρτίνες; Όχι, εκτός αν το θέλει. Και εκτός αν υπάρχει και κάποιο πανάκριβο έπιπλο που είναι κρίμα να μείνει στην έλλειψη spotlight της ιδιωτικότητας.

Η επιθυμία να ζει κανείς σε ένα είδος showroom, που μόλις μετά βίας κρύβει τα προφανή, διεγείρει τη φαντασία και τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών. Φαίνεται κάπως σύγχρονο, αισθητικά elevating, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια κατά καιρούς ανθυγιεινή περιέργεια για τη ζωή, την εργασία, τη χάρη και ίσως την ατυχία του «γείτονα». Πόσω μάλλον αν είναι πλούσιος. Είναι πορνό πλούτου. Βασικά, το έχει θέσει εξαιρετικά ο οικονομολόγος Nicholas Bloom, του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ: «Συλλογικά, ξοδεύουμε περισσότερο χρόνο για να ελέγξουμε πώς ζουν οι πλούσιοι και διάσημοι, παρά για να μάθουμε τι έκαναν οι φίλοι μας το περασμένο Σαββατοκύριακο». Θα το έκαναν εξαιρετικά δύσκολο για εμάς αν απλώς κρεμούσαν δυο κουρτίνες.

Πηγή: lifo