Τέσσερα φεμινιστικά πρότυπα που μας χάρισε ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος

300

Μέσα στη χρονιά που αφήσαμε πίσω και δεδομένων των συνθηκών που επικρατούσαν, περνούσα τις περισσότερες ώρες της ημέρας στο σπίτι, με αποτέλεσμα να μπω πολλές φορές στον πειρασμό να ανοίξω την τηλεόραση. Μερικές από αυτές τελικά ενέδωσα. Η αλήθεια είναι πως η σχέση μου με την τηλεόραση είχε έρθει εδώ και πολλά χρόνια σε ένα τέλμα, μέχρι που ο μπαμπάς μου αποφάσισε να μου χαρίσει μία σύγχρονη συσκευή, για να μου… κρατάει παρέα κατά τη διάρκεια του lockdown. Παρότι ποτέ δεν κατάλαβα τον τρόπο με τον οποίο μία πλαστική, πλακέ κατασκευή με οθόνη 43″ ιντσών μπορεί όντως να γίνει μία συντροφιά για τα κρύα βράδια του χειμώνα, αποφάσισα να τη βάλω στην πρίζα θέλοντας να κάνω ένα πείραμα και να διαπιστώσω πόσο έχει αλλάξει μέσα στα δέκα τελευταία χρόνια που έχω χάσει κάθε επαφή μαζί της. Ήδη από την πρώτη ημέρα που μπήκε σε λειτουργία, πρόλαβα να ανακαλέσω έναν προς έναν όλους τους λόγους που με έκαναν να την αποφεύγω τόσα χρόνια.

Ωστόσο ένα βράδυ, κάνοντας επίμονα ζάπινγκ προσπαθώντας να «σκοτώσω» τον χρόνο μου μέχρι κοιμηθώ, πέτυχα σε ένα κανάλι μία από τις αγαπημένες μου παλιές ελληνικές ταινίες, την «Κάλπικη Λίρα» του Γιώργου Τζαβέλλα από το μακρινό 1955, με το θρυλικό κινηματογραφικό ντουέτο Λαμπέτη-Χόρν στα καλύτερά του. Με τον Χορν να χάνεται από το πλάνο και τους τίτλους τέλους να πέφτουν, άρχισα να αναρωτιέμαι εάν μέσα σε αυτό το συρφετό από μελοδραματισμούς, εξτραβαγκάντ μιούζικαλ και σοβαρά σεξιστικά και ρατσιστικά ατοπήματα -που χαρακτηρίζουν εν γένει τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο-, υπήρχαν κι άλλα «διαμαντάκια» που ήταν εξίσου μπροστά για την εποχή τους, όπως η παραπάνω ταινία.

Όπως ήταν επόμενο, η ασπρόμαυρη ταινία «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη ήταν το πρώτο παράδειγμα που μου ήρθε στο μυαλό και έτσι, αποφάσισα να συγκεντρώσω μία σύντομη λίστα με τις δημοφιλείς παλιές ελληνικές ταινίες, οι οποίες μας σύστησαν εμβληματικά φεμινιστικά μοντέλα, σε μία «σκοτεινή» εποχή που η γυναίκα ήταν προορισμένη -αποκλειστικά και μόνο- για γάμο, οικογένεια και παιδιά.

#1 «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη

Το αριστούργημα του Μιχάλη Κακογιάννη «Στέλλα» που προβλήθηκε στις ελληνικές αίθουσες τον Νοέμβριο του 1955, ήταν το χρυσό «διαβατήριο» της Μελίνας Μερκούρη για μία καριέρα διεθνών προδιαγραφών και η αφορμή να γνωρίσει τον μεγάλο έρωτα της ζωής της Ζιλ Ντασέν. Η ταινία αφηγείται μία σύντομη περίοδο από την ζωή της φλογερής πρωταγωνίστριας, Στέλλας, μίας λαϊκής τραγουδίστριας που ζει και εργάζεται σε μία φτωχή συνοικία του Πειραιά, η οποία αδιαφορεί παντελώς για τις κοινωνικές συμβάσεις που επιβάλλουν στις γυναίκες της εποχής, όπως τον γάμο, την απασχόληση με το νοικοκυριό, τη δημιουργία οικογένειας. Είναι περήφανη, ανεξάρτητη, γυρίζει μόνη στους δρόμους της πόλης καλοντυμένη με την τελευταία λέξη της μόδας, καπνίζοντας, τραγουδώντας, συνομιλώντας και πειράζοντας τα αγόρια του λιμανιού και αλλάζοντας ερωτικούς συντρόφους σαν να ήταν… πουκάμισα! Ο τολμηρός τρόπος ζωής που είχε επιλέξει και το ατίθασο πνεύμα της, έγιναν η αιτία να δολοφονηθεί από τον σύντροφό της Μίλτο (Γιώργος Φούντας) την ημέρα του γάμου τους, αφού είχε περάσει την προηγούμενη νύχτα στην αγκαλιά ενός άντρα που συνάντησε τυχαία στον δρόμο. Και αν αυτό δεν είναι αρκετό για να μιλάμε για γνήσια γυναικεία χειραφέτηση και έμφυλη ισότητα τη δεκαετία του ‘50, τότε τι;

#2 «Μανταλένα» του Ντίνου Δημόπουλου

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Αλίκη Βουγιουκλάκη έχει αμφισβητηθεί όσο κανείς άλλος καλλιτέχνης στη χώρα μας και έχει αποτυπωθεί στο μυαλό των περισσότερων ως η ναζιάρα, άτακτη μαθήτρια, το κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο που ήθελε πάντα να περνάει το δικό της, το φτωχό κλωτσοσκούφι που στο τέλος της ταινίας έκανε την τύχη του στο πλάι ενός ευκατάστατου νεαρού. Ωστόσο, όσα και αν είναι αυτά που έχει να της προσάψει το σύγχρονο -αλλά και το τότε- σινεφίλ κοινό, το μόνο σίγουρο είναι πως η συμμετοχή και η ανεπιτήδευτη ερμηνεία της στην ταινία «Μανταλένα», αρκούν για να αναιρέσουν κάθε αντίλογο. Η εμβληματική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου χάρισε -δικαιωματικά- στην εθνική μας σταρ Αλίκη το Βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και μία συνεργασία που εξελίχθηκε σε βαθιά φιλιά με τον Μάνο Χατζιδάκι. Παρότι η αφήγηση τελειώνει -κλασικά- με την Αλίκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ να φιλιούνται με πάθος, το έργο αποτελεί ένα φεμινιστικό «μανιφέστο» της εποχής, το οποίο στηλιτεύει έστω και με λαϊκό τρόπο την στερεοτυπική πεποίθηση πως οι γυναίκες είναι ανάξιες και παρείσακτες σε έναν ανδροκρατούμενο επαγγελματικό κλάδο, πως η θέση τους είναι στην κουζίνα και δεν μπορούν να κουμαντάρουν ούτε ένα ψαροκάικο. Η Αλίκη βέβαια, τους έβαλε τα «γυαλιά», αφού με το πείσμα, τον τσαμπουκά και -κάποια στιγμή- το… χέρι του θεού, έγινε και η πρώτη καπετάνισα της Αντιπάρου.

#3 «Η θεία μου η Χίπισσα» του Αλέκου Σακελλάριου

Η χαρισματική Ρένα Βλαχοπούλου ήταν η ηθοποιός που ενσάρκωσε την Ελένη, μία σκληρά εργαζόμενη καθαρίστρια ενός πολυτελούς ξενοδοχείου της Αθήνας, η οποία έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να μεγαλώσει τη μονάκριβη κόρη της, Κατερίνα, και να τη στείλει αργότερα για σπουδές στο εξωτερικό. Μπορεί σήμερα ένα τέτοιο σενάριο να μοιάζει καθημερινό και βατό, όμως τη δεκαετία του ’70, που μόνο τα αεροπορικά εισιτήρια ήταν στον… θεό, το να σπουδάσει ένα παιδί, πόσω μάλλον εκτός Ελλάδας, ήταν μία εκδοχή που αφορούσε μόνο όσους ήταν οικονομικά άνετοι και σίγουρα όχι τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Ο λόγος που η ταινία «Η θεία μου η Χίπισσα» κερδίζει επάξια μία θέση στη λίστα μας, δεν είναι μόνο το γεγονός πως η Ελένη έφερε εις πέρας έναν τέτοιο άθλο (αφού στον ελληνικό κινηματογράφο της Φίνος Φιλμ όλα ήταν εφικτά), αλλά το ότι ήταν μία μητέρα που ανέθρεψε μόνη την κόρη της, μία εποχή που κάτι τέτοιο ήταν σοβαρό ταμπού και ένας καλός λόγος να είσαι η δακτυλοδεικτούμενη της γειτονιάς. Ακόμη και αν η κόρη της δεν είχε ιδέα πως η μητέρα της είχε «λιώσει» τα δάχτυλά της στα σφουγγαρόπανα για να εξασφαλίσει τις σπουδές της και νόμιζε πως ήταν μία πλούσια κυρία που έκανε τη μεγάλη ζωή πίσω στην πατρίδα, αυτό αναπόφευκτα την ανεβάζει ακόμη περισσότερο στα μάτια μας. Viva Ρένα!

#4 «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα

Από τη λίστα φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει η κυρία Κοκοβίκου με την επική ατάκα της «Ξύπνησαν οι σκλάβοι Αντωνάκη μου», η χαριτωμένη «Ελενίτσα» Μάρω Κοντού που έκανε τον Αντωνάκη, δηλαδή τον -κατά τα άλλα συμπαθέστατο- Γιώργο Κωνσταντίνου, να τη στεφανωθεί με τιμή δόξα και λίγες ώρες αργότερα, να πάρει το καπελάκι του και να την εγκαταλείψει σε κατάσταση υστερίας. Η σπαρταριστή και διαχρονική ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» σκιαγραφεί με απόλυτη ακρίβεια τον ρόλο μίας ανύπαντρης αλλά… σπιτωμένης γυναίκας στα μέσα της δεκαετίας του ’60, για να ανατρέψει ακριβώς αυτό το στερεότυπο, από τη στιγμή που το θρυλικό ζευγάρι περνάει -επιτέλους- το κατώφλι της εκκλησίας. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η Ελένη είναι μία γυναίκα απόλυτα υποταγμένη στις κοινωνικές συμβάσεις, η οποία έχει περάσει δέκα χρόνια από την ζωή της να υπηρετεί με ευγένεια και προθυμία τον σύντροφό της Αντώνη, ο οποίος ανταποδίδει την αγάπη και την αφοσίωσή της με νεύρα, φωνές και απότομα ξεσπάσματα άνευ λόγου και σημασίας. Παρότι ακόμη και σήμερα απορούμε που τον δέχτηκε πρόθυμα πίσω στην αγκαλιά της στο τέλος της ταινίας, οφείλουμε να της βγάλουμε το καπέλο που αντιστάθηκε και «ξεσκέπασε» μία κατάσταση, η οποία ακόμη και σήμερα αποτελεί μία ανυπόφορη και αναχρονιστική πραγματικότητα για πολλές γυναίκες.

Πηγή: Queen.gr